πολύφιλος

πολύφιλος
ος , ον имеющий много друзей

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "πολύφιλος" в других словарях:

  • πολύφιλος — having many friends masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολύφιλος — η, ο / πολύφιλος, ον, ΝΑ πολύ αγαπητός, αυτός που έχει πολλούς φίλους. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + φίλος (πρβλ. ά φιλος)] …   Dictionary of Greek

  • Εὐτυχία πολύφιλος. — См. Кому счастье дружит, тому и люди …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • πολυφιλώτατον — πολύφιλος having many friends masc acc superl sg πολύφιλος having many friends neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυφίλως — πολύφιλος having many friends adverbial πολύφιλος having many friends masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολύφιλον — πολύφιλος having many friends masc/fem acc sg πολύφιλος having many friends neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυφιλώτερος — πολύφιλος having many friends masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυφίλοις — πολύφιλος having many friends masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυφίλου — πολύφιλος having many friends masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυφίλους — πολύφιλος having many friends masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολύφιλοι — πολύφιλος having many friends masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»